διμηνία


διμηνία
η
διάστημα δύο μηνών: Απολύομαι σε μία διμηνία.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διμηνία — η (AM διμηνία) [δίμηνος] χρονικό διάστημα δύο μηνών …   Dictionary of Greek

  • δίμηνος — η, ο 1. αυτός που διαρκεί δύο μήνες: Η εκδίκαση της υπόθεσης πήρε δίμηνη αναβολή. 2. το ουδ. ως ουσ., δίμηνο η διμηνία: Θα γεννήσει σ’ ένα δίμηνο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • διμορφισμός — ο 1. (βιολ.), η συνύπαρξη δύο ξεχωριστών μορφών σε ένα ζώο. 2. (γλωσσ.), η εμφάνιση και η χρήση μιας λέξης με δύο μορφές, π.χ. δίμηνο, διμηνία …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)